Σκύρος 2025. Στα ίχνη σου …

στις

Mου είχες πρωτομιλήσει για το νησί με αυτά τα μάτια που φλόγιζαν, όπως κάθε φορά που μιλούσες για ο,τιδήποτε αγαπημένο και άλλο επιχείρημα δεν μου χρειαζόταν για να πειστώ . Ήταν η εποχή ακόμη που ήσουν ταγμένη στο μυστρί και το ξέστρο, προτού παρασυρθείς από τις σειρήνες της άλλης επιστήμης, που ήταν τόσο λίγη για εσένα.  Προσπαθώ να φέρω στη μνήμη μου λέξεις και κουβέντες σου, που να σχετίζονται με το νησί. Ποια περίοδο αφορούσε η ανασκαφή; Πόσο καιρό είχες μείνει; Ξεθωριασμένες πληροφορίες στο μυαλό μου. Μόνο τα μάτια σου που χαμογελούσαν στο άκουσμα και μόνο. Για χρόνια ήθελα να έρθω αλλά με αποθάρρυνε το δύσκολο της πρόσβασης. Και πώς γίνεται όταν έρθει ο καιρός όλα μοιάζουν να κυλάν από μόνα τους, σαν να σε περίμεναν από πάντα. 

Σε λίγα μόνα λεπτά από Θεσσαλονίκη με ένα ελικοφόρο αεροπλάνο, λιγοστούς επιβάτες, ένα τετράποδο ανάμεσα σε αυτούς με αξιοθαύμαστη στωικότητα στις αναταράξεις, και μια λιλιπούτεια βελζεβουλίνα με καμουφλάζ αγγελικού προσώπου, που είδε το μπροστινό της κάθισμα πεδίο άσκησης kick boxing ,προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο-μικρογραφία.  Είχα διαβάσει νωρίτερα για αστική συγκοινωνία η οποία αποδείχτηκε ελλιπής. Τι να σου κάνει ένα δρομολόγιο την ημέρα, όταν δεν συμπίπτει με την άφιξή σου; Οι συνταξιδιώτες καλύτερα διαβασμένοι από εμένα εξαφανίστηκαν  με ενοικιαζόμενα ή με ταξί που είχαν την προνοητικότητα να κλείσουν νωρίτερα…Ας είναι, η αναποδιά στο ταξίδι δεν είναι παρά μια περιπέτεια, όσο βέβαια το περίμενε μπορεί να γίνει σε μέρος σκιερό και όχι υπό τον ανελέητο αυγουστιάτικο ήλιο. Ντόπιος με ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα τηλεφωνεί σε ταξί και για εμάς τους εναπομείναντες αμέριμνους, για να σκάσει η πρώτη έκπληξη. Ταξιτζού – μάνα και γιαγιά, που ενώ οδηγεί, σχολιάζει την καθιερωμένη από ό,τι φαίνεται καθυστέρηση της πτήσης από Θεσσαλονίκη,  αναλαμβάνει ξενάγηση, κανονίζει τα του οίκου της (βγάλτε το φαί από το φούρνο κτλ) και προμοτάρει την επιχείρηση της θυγατέρας στη Χώρα. Οποία έκπληξις εδώ που τα λέμε, η γυναίκα -πολυεργαλείο !… Δεύτερη έκπληξη: το αεροδρόμιο ανήκει στην πολεμική αεροπορία και ως εκ τούτου συνοδεύεται από έλεγχο- σκοπέτα και άλλα μιλιταριστικά, ενώ εάν προωθηθεί η ιδέα για νατοϊκή βάση, χαιρέτα την πολιτική αεροπορία και πιάσε το πλοίο της γραμμής.  

Εδώ η Θέτιδα, η νύμφη των θαλασσών αποπειράθηκε να κρύψει τον υιό της Αχιλλέα σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεγελάσει χρησμό και μοίρα, που τον ήθελαν να χάνεται στην Τροία. Σε αυτό το νησί που λάτρευε τις νύμφες, και εσύ μια ακόμη, μια Αμαδρυάδα, μια νύμφη των δασών που γεννήθηκε με τη βελανιδιά, μεγάλωσε μαζί της, την προστάτευσε, για να πεθάνει τελικά μαζί με αυτή. Κι όμως αναζητώ τα πατήματά σου στο χώμα αυτό, κοιτάζω να δω πού έπεσε η ματιά σου και έκανε την καρδιά σου να πεταρίσει, την ανάσα σου να βαθαίνει και την ψυχή σου να γλεντά.

Η Χώρα της Σκύρου απλώνεται και λιάζεται ολόλευκη πάνω στο λόφο, κάτω από τα απομεινάρια του βυζαντινού κάστρου. Τα σπίτια- βίγλες εποπτεύουν κάμπους, πέλαγος και τις πιο κοντινές παραλίες Μώλο και Μαγαζιά. Ανηφορίζεις για το κάστρο και τα σοκάκια πυκνώνουν τόσο που δεν ξεχωρίζεις πια σπίτια, ξωκλήσια, μοναστήρι και κάστρο. Εδώ προσέτρεχαν οι ντόπιοι για να σωθούν από πειρατές και επίδοξους κατακτητές , και καθώς αυτές δεν ήταν και σπάνιες και  -ο θεός να βάλει το χέρι του-  το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου δίπλα από το κάστρο προσέφερε μια θεϊκή χείρα βοηθείας στη δύσκολη την ώρα, δύναμη και παρηγοριά στον απελπισμένο. Η κοινωνική διαστρωμάτωση του νησιού ωστόσο χώριζε σε κάστες τον πληθυσμό και η κάθε μία είχε τη συνοικία της, την εκκλησία της, το νεκροταφείο της, τη φορεσιά της. Κι αν η εκκλησιά των Κοτσαμπάσηδων ήταν η Αρχοντοπαναγιά, για τους τσομπάνηδες ήταν η Παναγιά η Λεμονήτρια (Ελεημονήτρια). Όσο για την πειρατεία αυτό αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο για την ιστορία του τόπου και με ιντριγκάρει η αναζήτηση πηγών σχετικών ενώ προσθέτει συνάμα και  έναν ακόμη λόγο να με πονά η απουσία σου. Το σίγουρο πάντως είναι ότι συν τα χρόνια ντόπιος πληθυσμός πλούτισε συμμετέχοντας σε πειρατικά πλιάτσικα εμπορικών διερχόμενων πλοίων. Πειρατική και εμπορική δραστηριότητα έφεραν μια παράδοση μοναδική στον τόπο πολύτιμων αντικειμένων, όπως διακοσμητικά, βάζα, πιατικά μεγάλης αξίας από τα πέρατα του τότε γνωστού αναπτυγμένου κόσμου, που ήταν δηλωτικά ευμάρειας και φυλάσσονταν ενίοτε εκτός του χώρου της οικίας, μέσα στο κάστρο από το φόβο επιδρομών. 

Τρίτη έκπληξη. Πρώτη βραδιά στο νησί και πέφτει μια βροχή εξαγνιστική, καθαρτική, σαν την παράδοση μετά το λυγμό. Δεν μου έχει ξανατύχει βροχή σε νησί…Το χαιρετίζω σαν καλωσόρισμα, σαν τα δάκρυα που αρνούμαι να χύσω και έχουν πετρώσει μέσα μου και με βαραίνουν …Την επόμενη ημέρα η περιήγηση στις κοντινές παραλίες με φέρνει αντιμέτωπη με την έκπληξη νούμερο τέσσερα. Εάν σκάσει ανυποψίαστο άλιεν στο νησί, θα βγάλει το λανθασμένο συμπέρασμα ότι ο τόπος αναβιώνει εποχή baby boom στη μεταπολεμική Αμερική. Παιδιά παντού. Ξέρω πόσο τα λάτρευες και άλλο δεν σχολιάζω (adults only νησί υπάρχει;). Στο μικρό χαριτωμένο ξενοδοχείο το προσωπικό είναι εξίσου νεαρής ηλικίας, με το ανάλογο σφρίγος, την αεικινησία και το αξιοζήλευτο coolness της γενιάς του  «όλα τα έχουμε δει & τίποτα δεν προσμένουμε». Μόνο ο φροντιστής του κήπου -αλλοδαπός απροσδιορίστου- μου μοιάζει και νιώθω να ταυτίζομαι: πέρα από το ηλικιακό είναι πάντα προσηλωμένος στην εργασία του και σε κάθε αναπόφευκτη διασταύρωση με πελάτη χαμογελά αμήχανα και απολογητικά  χαμηλώνει το βλέμμα σε ένα ‘συγγνώμη που βρέθηκα στο διάβα σου και πιάνω χώρο αυθαίρετα στην οικουμένη’. 

Μπουχτισμένοι από την οχλοβοή της κλασικής ελληνικής αθάνατης οικογένειας ξεκινάμε για περιήγηση στο νησί με το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο. Λένε ότι η Σκύρος κάποτε αποτελούνταν από δύο ξεχωριστά νησιά που ενώθηκαν σε δύο ίσα σχεδόν τμήματα με τελείως διαφορετική μορφή και φύση. Το νότιο, ορεινό, πετρώδες και άγονο, ονομάζεται Βουνό. Εδώ βρίσκονται οι τρεις μπούκλες, ένα μεγάλο φυσικό και απάνεμο λιμάνι που πολλά θα είχε να διηγηθεί για τις ένδοξες εκείνες ημέρες, όταν πλεύριζαν μεγάλα εμπορικά και πολεμικά πλοία κατά την τουρκοκρατία, για να προφυλαχθούν από τις θαλασσοταραχές ή να ανεφοδιαστούν. Στο ίδιο σημείο κατά το μεσαίωνα δρουν οι πειρατές του Αιγαίου και κάποια χρόνια έπειτα Άγγλοι στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο το χρησιμοποιούν ως ναύσταθμο. Το βόρειο τμήμα του νησιού από την άλλη, είναι δασώδες και εύφορο, έχει το όνομα Μερόη, δηλαδή ήμερο. Τα δάση του φιλοξενούσαν σε μικρές αγέλες τα ξακουστά σκυριανά αλογάκια, μια ράτσα ιππαρίων που απαντώνται μόνο σε Σκύρο και στα νησιά Σέτλαντ της Αγγλίας. Σήμερα τα εναπομείναντα πλασματάκια του είδους προστατεύονται σε ένα καταφύγιο  ΜΚΟ, όπου περνούν για να προσφέρουν εργασία εθελοντές από όλη την υφήλιο για να αφήσουν φεύγοντας reviews που δεν θα τα έλεγες και ιδιαίτερα κολακευτικά για τις παρεχόμενες υπηρεσίες. 

Πάει να σουρουπώσει και ο δρόμος μας βγάζει βορειοδυτικά στην Ατσίτσα, έτσι για να με μαγέψει. Ένας μικρός οικισμός σε πευκόφυτη αγκάλη καταλήγει σε μια βραχώδη παραλία. Μια ταβέρνα, λίγα καταλύματα, πολύ αγαλλίαση. Διαβάζω ότι στην περιοχή η Ανώνυμη Εταιρεία Μεταλλείων Σύρου λειτούργησε στις αρχές του 1900 μεταλλεία σιδήρου και νικελίου. Μέχρι το τέλος του 1912 υπολογίζεται ότι είχαν φορτωθεί σε ατμόπλοια περίπου 300.000 τόνοι χρωμιούχο σιδηρομετάλλευμα. Μετά το 1912 η επιχείρηση δεν είναι αποδοτική, η άδεια ανακαλείται το 1951 και η επιχείρηση τίθεται υπό εκκαθάριση. Την ύπαρξη του μεταλλείου μαρτυρούν πλέον απομεινάρια. Σώζεται το κτήριο της διοίκησης και τμήματα λίθινων κατοικιών των εργατών, ένα τμήμα της λίθινης σκάλας εκφόρτωσης μάταια περιμένει τα βαγονέτα στο λιμάνι. Όγκοι από σιδηρόπετρες και τμήματα της γέφυρας για τη φόρτωση των πλοίων κατέληξαν στη θάλασσα. Το φως από τον ήλιο που δύει γλυκαίνει αναμνήσεις του τόπου και τις δικές μου μαζί. Καθόμαστε στο ταβερνάκι χωρίς καν να το έχουμε συμφωνήσει, σαν απλοί κομπάρσοι που παίρνουν τις θέσεις τους σε γύρισμα Αγγελοπουλικό. Αυτή τη νοσταλγία ,τη γλυκιά και τη μελαγχολική μιας αλλοτινής εποχής. Ο παππούς στο οικογενειακό ταβερνάκι δεν σερβίρει, φιλεύει. Στα γύρω τραπέζια κυρίως ξένοι, ζευγάρια και μοναχές ψυχές. Η κυρία στο μπροστινό τραπέζι στρέφεται προς το μέρος μου σε αναζήτηση βοήθειας για μετάφραση. Λιγοστές ατάκες. Αδηφάγα βλέμματα μια καρφώνονται στο ηλιοβασίλεμα που ερωτοτροπεί με τη θάλασσα και μια αναζητάνε το βλέμμα του άλλου σε ένα επιβεβαιωτικό ‘το βλέπεις’; ‘Δεν είναι μαγικό’; Όταν ο ήλος πια θα χαθεί στον ορίζοντα  η φαμίλια της ταβέρνας, τρεις γενιές και δυο σκυλιά θα στρώσουν το τραπέζι να φάνε όλοι μαζί. Βγαίνουν από το μαγειριό, αποθήκες και δωμάτιο για να ενωθούν σε ένα πελώριο τραπέζι, γηραιοί παππούδες με εγγόνι νεογέννητο, ένα σκυλί στα πόδια τους και ένα κουτάβι ατίθασο να λογυρίζει. Θυμάμαι χρόνια πίσω στο οδοιπορικό στην Απουλία, που χαμένοι σε χωμάτινους δρόμους βγήκαμε σε μια αυλή σπιτιού με τη φαμίλια τη διευρυμένη σε μεσημεριανό τραπέζι και τους άρρενες σε θέση ετοιμότητας να σηκώνονται συγχρονισμένα να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς. Σε αυτή την περίπτωση εισβολείς δεν υπάρχουν ,παρά μόνο μάρτυρες ενός δείπνου που μυστικός δεν είναι αλλά μια ιερότητα τη βγάζει. Σταματώ από αυτή την στιγμή να μετρώ εκπλήξεις. Από δω ξεκινάν τα θαύματα…

Την τελευταία ημέρα είναι που αφήνω για τα προσωπικά μου τάματα κάθε φορά. Πλατεία Μπρουκ και μουσείο Φαλτάιτς. Ξεκινώ με τον καιρό συννεφιασμένο να ανηφορίζω στη χώρα. Είναι ακόμη νωρίς και χαίρεσαι τα σοκάκια χωρίς τη λαοθάλασσα. Περπατώ και μου λένε ‘καλημέρα’, ανταπαντώ χαμογελώντας. Πιο πέρα σε ένα σταυροδρόμι κοντοστέκομαι. Δεν προλαβαίνω και με ρωτά ο διερχόμενος που συναντώ ‘πού θέλετε να πάτε’; Αγαπώ αυτή την αμεσότητα των ανθρώπων, την ευγένεια και τις καλημέρες. Συνεχίζω για να βγω στο ξέφωτο, στο χείλος της στεριάς, εδώ που σταματά το βήμα το ανθρώπινο για να ανοίξει τα φτερά το γλαροπούλι. Εδώ λοιπόν είναι η πλατεία Μπρουκ. Δεν είναι παρά ένα αλώνι, ένας ταπεινός επίπεδος κυκλικός χώρος και στη μέση το άγαλμα του Άγγλου ποιητή Μπρουκ, ένα σώμα γυμνό και ρωμαλέο να μνημονεύει την αιώνια νεότητα και την αιώνια ποίηση. Ήταν μόλις 28 χρονών όταν ο Ρούπερτ Μπρουκ των σονέτων  πέθανε ενώ υπηρετούσε κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό για να ταφεί για πάντα στη Σκυριανή γη. Εδώ βρίσκω και εσένα να κάθεσαι. Σε βλέπω με τα μαλλιά σου αναμαλλιασμένα να προσπαθείς να στρίψεις τσιγάρο κόντρα στον άνεμο. Εδώ σε αυτό το αλώνι, την πλατεία του ποιητή ερχόσουν για το λίχνισμα του μυαλού σου, για να καθαρίσεις τις σκέψεις σου, να σκορπίσει ο αέρας ό,τι είναι για να σκορπιστεί , ώστε να μείνει ο καρπός, ό,τι έχει το βάρος να φωλιάσει μέσα σου, να θρέψει και να σποριάσει.  Ναι, τότε κάπνιζες, τα μαλλιά σου ήταν μακριά και τραγουδούσες με φωνή αγγέλου τα «κόκκινα χείλη φίλησα κι έβαψε το δικό μου Και στο μαντίλι το συρα κι έβαψε το μαντίλι Και στο ποτάμι το πλυνα Κι έβαψε το ποτάμι Κι έβαψε η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου…»

Η ώρα έφτασε και κατηφορίζω λίγα βήματα παρακάτω για το Μουσείο Φαλτάιτς. Αποδεικνύεται πολλά παραπάνω από ένα μουσείο. Ενα σπίτι κόσμημα, μια κιβωτός ιστορίας, λαογραφίας και τέχνης. Οι γενεές Φαλτάιτς ταγμένοι Αβραάμ ,ιερείς της έννοιας που οι ίδιοι ονομάζουν ‘κοινοτισμό’ ή ‘ομαδισμό’. Δεν μπορώ να συλλάβω ακριβώς τον ορισμό μα αντιλαμβάνομαι  το χώρο ως θυσαυροφυλάκιο μνήμης, αισθητικής και  γενναιοδωρίας. Σάστισα από τον πλούτο των εκθεμάτων…ο Σκυριανός πολιτισμός με τα ξυλόγλυπτά του, κεραμικά, γυαλικά και χάλκινα αντικείμενα, παραδοσιακές φορεσιές, κεντήματα και υφαντά. Σαν θέλω να κάνω διάλειμμα από την ομορφιά θα κοιτάξω από τα παράθυρα την απεραντοσύνη του γαλάζιου ορίζοντα και θα γυρίσω να βυθιστώ αυτή τη φορά στο ιστορικό αρχείο. Εφημερίδες και περιοδικά από την Οθωμανική περίοδο μέχρι σήμερα, η Προκήρυξη της Φιλικής Εταιρίας, η αποκήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριο τον Ε’. Και έπειτα το ζωγραφικό έργο του Μάνου Φαλτάιτς , «δίνω με τη ζωγραφική αυτά που αδυνατώ να δώσω με τα λόγια», λέει ο ίδιος για να αφήσει πίσω του φιγούρες που σε κοιτούν κατάματα με τόση αφοπλιστική ειλικρίνεια που κατεβάζεις το βλέμμα από κάποια απροσδιόριστη ενοχή. Προτού ο χώρος κλείσει και με πετάξουν έξω με το ‘κλείνουμε’, στο πωλητήριο μαζεύω ό,τι μπορεί να μου δώσει μια παράταση χρόνου και την ψευδαίσθηση ότι ένα κομμάτι του θα το πάρω μαζί μου…

Σε αποχαιρετώ εδώ αλλά ποτέ στην ουσία. Ξέρω πια ότι εδώ θα συναντιόμαστε κάθε φορά σε μια μυσταγωγία δική μας. Εσύ και εγώ. 

These hearts were woven of human joys and cares,
Washed marvellously with sorrow, swift to mirth.
The years had given them kindness. Dawn was theirs,
And sunset, and the colours of the earth.
These had seen movement, and heard music; known
Slumber and waking; loved; gone proudly friended;
Felt the quick stir of wonder; sat alone;
Touched flowers and furs and cheeks. All this is ended …
(The Dead, R.Brooke)

Φεύγουμε και στο αεροδρόμιο συναντιόμαστε η ίδια παρέα ,το γενναίο σκυλί , η αδυσώπητη βελζεβουλίνα κτλ… αυτή τη φορά θα λάβω τα μέτρα μου – μια αλλαγή θέσης αρκεί ! 

Ένα από τα βιβλία- λάφυρα του μουσείου, οι αφηγήσεις των επιζώντων Ελλήνων της Νικομήδειας, καταγραφή του δημοσιογράφου τότε Δημήτρη Φαλτάιτς, θα ταξιδέψει στο σπίτι της μητέρας,  εκεί όπου αυτές οι θύμησες ανήκουν. Εκεί ξεκινώ να διαβάζω το βιβλίο και με ζορίζει η πραγματικότητα που κανείς άνθρωπος δεν θα έπρεπε να είχε βιώσει. Ξάφνου στο κεφάλαιο που αναφέρεται στο Καρά Τεπέ, θα συναντήσω τον παππού της μητέρας μου να εξιστορεί πώς γλίτωσε τη σφαγή. Αυτό που για χρόνια θεωρούσα οικογενειακό μύθο ότι είναι καταγεγραμμένη σε βιβλίο η ιστορία του προπάππου  αποδεικνύεται αλήθεια. Ανείπωτη η έκπληξη και η συγκίνηση. Όχι γιατί η χρόνια αναζήτησή του από τον λατρεμένο μου θείο -αδερφό της μαμάς- θα λάβει τέλος. Αλλά γιατί ξέρω ότι αυτό ήταν το δικό σου δώρο σε εμένα. Το ήξερα ότι εκεί θα σε έβρισκα από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου τη Σκυριανή γη και ήταν στην πλατεία Μπρουκ που είδα τη ματιά σου να αγναντεύει και άκουσα τα χείλη σου να σιγοψιθυρίζουν τους στίχους του ποιητή

Fish (fly-replete, in depth of June,
Dawdling away their wat’ry noon)
Ponder deep wisdom, dark or clear,
Each secret fishy hope or fear.
Fish say, they have their Stream and Pond;
But is there anything Beyond?
This life cannot be All, they swear,
For how unpleasant, if it were!
One may not doubt that, somehow, Good
Shall come of Water and of Mud;
And, sure, the reverent eye must see
A Purpose in Liquidity … (Heaven, R. Brooke)

Σχολιάστε