
Ο,τι με συνέδεε τρόπω τινά με τη χώρα αυτή ήταν η μακρινή θύμηση ενός γράμματος με παραλήπτη τη γιαγιά. Ένας συγγενής, ένα μακροσκελές γραπτό και οι φωτογραφίες της οικογένειας στη νέα πατρίδα. Από όλα αυτά το μόνο που μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου είναι η φωτογραφία των εγγονών με τα αχυρένια κεφάλια …Χρόνια μετά στο ταξίδι στην Κούβα και την ένοχη ολιγοήμερη ραστώνη στο all inclusive adults only στο Veradero, θα βρεθώ να περιστοιχίζομαι από χαρωπούς Καναδούς σε ρόλο και μενταλιτέ παραδόξως non adult ! Στο ίδιο μέρος θα γνωρίσω -σε εποχή σημειώνω προ κόβιντ- το μεσόκοπο ζευγάρι Καναδών που δηλώνει ότι δουλεύει remote απολαμβάνοντας ταυτόχρονα μοχίτο σε ένα ξενοδοχείο που αξιοπρεπές σήμα για πρόσβαση στο διαδίκτυο είχες μόνο στη reception …
Back then i remember my grandma receiving a letter from a relative in a faraway land called Canada. What i can still recall from this letter is the included photo of the straw coloured hair of the relatives’ grandsons. Many years later in Cuba savouring the guilty pleasure of an all inclusive adults only hotel in Veradero, me and my not yet spouse found ourselves surrounded by cheerful Canadians in an non- adult mood! It was there in the same place in a pro covid era that we met that middle aged couple working already remote drinking mojito, paradoxically when the internet connection was barely good only close to the reception!

Είναι Οκτώβρης του 2024 και μια συγκυρία με φέρνει στο Μόντρεαλ για λίγες μόνο ημέρες. Θα αδράξω λοιπόν την ευκαιρία να σουλατσάρω και σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη …
October 2024 and a set of circumstances bring me to the francophone part of Canada. Opportunities like that don’t come along every day and i cannot help it but grab the chance.
Το αεροδρόμιο του Μόντρεαλ προσφέρει έντυπο οδηγό για την πόλη, από όπου και διαβάζω ότι η πόλη υπήρξε αρχικά στρατηγικό κέντρο εμπορίου για τους ανθρώπους των Πρώτων Εθνών, τους Atikamakw από το Βορρά, τους Anishinaaba από τη Δύση και τους Kanien’kehaka από το Νότο. Το 1535 ,καθώς εξερευνούσε το ποτάμι του St. Lawrence ,ο Jacque Cartier ανακαλύπτει ένα νησί όπου καλαμποκοχώραφα συνορεύουν με το χωριό Hochelaga. Μέλη των φυλών, οδηγούν τον Cartier στην κορυφή ενός βουνού που ο ίδιος θα ονομάσει ‘Mont Royal’ , από όπου και προέρχεται το όνομα αυτής της κοσμοπολίτικης μητρόπολης με τους 4 εκατομμύρια κατοίκους από 120 διαφορετικές εθνικότητες. Για το κατά πόσο αρμονική υπήρξε στη συνέχεια αυτή η συνάντηση μεταξύ Πρώτων Εθνών και αποίκων ο οδηγός το αποσιωπεί, ωστόσο σημειώνει την ημερομηνία 1701, έως ορόσημο για τη σύναψη ειρηνικής συμφωνίας ‘The Great Peace of Montreal’ ανάμεσα σε 30 έθνη αυτόχθονων και στον κυβερνήτη της Νέας Γαλλίας. Ο κυβερνήτης δεν ήταν γραφτό να χαρεί πολύ, καθώς το 1760 να σου ξεσπά πόλεμος με τους Βρετανούς και η πόλη καταλήγει σε χέρια αγγλικά. Έκτοτε αγγλόφωνοι και γαλλόφωνοι επιδίδονται σε μπρα ντε φερ, που θα κορυφωθεί με το δημοψήφισμα το 1995 για την ανεξαρτησία της επαρχίας του Κεμπέκ, και με ένα 50.58% υπέρ του Όχι…
Montreal was once a strategic hub for First Nations people. In 1535 while Jacque Cartier exploring the St. Lawrence River was led by members of the First Nations to the summit of a mountain he names “Mont Royal”, the origin of name ‘Montréal’, today’s vibrant and friendly city with more than 4 million inhabitants of around 120 different nationalities. Back then we strongly question how friendly were the relations between the French and the Indigenous People though we know that in 1701 the Great Peace of Montreal was signed ending the conflict between them to start a new chapter much more prolonged between New France and Great Britain. Since then anglophone and francophone population are in a constant ‘bras de fer’ that led in the referendum of 1995 about the independency of the french speaking province of Quebec finally resulting in a 50.58% NO !

Έτσι ή αλλιώς, το Μόντρεαλ αποτελεί σήμερα τη δεύτερη μεγαλύτερη γαλλόφωνη πόλη στον κόσμο μετά το Παρίσι! Στην ερώτηση ‘τελικά ποιανού είναι το έρημο το παιδί’ , θα αναζητήσω τις απαντήσεις μου στο Μουσείο Καλών Τεχνών, που παρεπιπτόντως το κτήριο χρονολογείται από την εποχή που η αγγλόφωνη υψηλή τάξη είχε επικυριαρχήσει και εξέφραζε την ευρωστία της ιδρύοντας πολιτισμικά ιδρύματα ….
Anyway, Montreal is the second largest francophone city in the world after Paris and i intend to seek answers about city’s parenthood in the Museum of Fine Arts, a building by the way established once upon a time by the anglophone upper class.


The arts of one world. Οι τέχνες ενός κόσμου ενιαίου. Μία από τις πιο μεγάλες και παλιές συλλογές τέχνης από όλο τον κόσμο, ξεκινάει στις απαρχές του 20ου αιώνα, μια εποχή που τα εκθέματα διαλέγονταν κατά κύριο λόγο για τον ‘εξοτισμό’ τους, υπό το πρίσμα πάντα του αποικιοκράτη δυτικού. Το μουσείο σήμερα έχει άλλες προθέσεις και τις συνοψίζει σε ένα πρόλογο που σε καλωσορίζει και σε προδιαθέτει αναλόγως : ‘το μουσείο αναζητά νέους δρόμους ερμηνείας …προσκαλούμε σε διάλογο με τη συλλογή μέσα από μια θεματική, δια-ιστορική και διαπολιτισμική προσέγγιση. Από τον πλουραλισμό της πραγματικότητας, που τα έργα αυτά ενσωματώνουν και τις ιστορίες που εξιστορούν, προκύπτουν σημεία συνάντησης και ανταλλαγών από τα οποία νέες δυνατότητες μπορεί να προκύψουν.’
The arts of one world. That’s the title of a permanent exhibition the intention of which are outlined in the entrance of the room: “The MMFA has one of Canada’s largest and oldest collections of art from around the world. It’s international art collection dates back to the early twentieth century, a time when works were often chosen for their ‘exoticism’ and interpreted according to western models constructed in a context of colonial expansion. The museum is now exploring new avenues of interpretation…we invite dialogue with the collections – through a thematic, transhistorical and intercultural approach. From the plurality of realities these works embody and the histories they tell emerge sites of encounter and exchange from which new possibilities can arise.’

Το nkisi αγαλματίδιο από τη σημερινή Δημοκρατία του Κονγκό, άλλοτε επιφορτισμένο να προστατεύει τη φυλή από το κακό και την αρρώστια, με κοιτά απολογητικά, που δεν κατάφερε να επιτελέσει το ρόλο του απέναντι στον αδηφάγο δυτικό …
The Nkisi female figure, sculpture from the democratic republic of the Congo, was used to protect a community from malevolent forces and disease, today looks at me apologetically since she failed to accomplish her mission deceived by the greedy western man.

Η φιγούρα Nkondi από την Ανγκόλα, που κάποτε επισφράγιζε την παύση αψιμαχιών μεταξύ των φυλών, σήμερα ντροπιασμένα στέκει δηλωτικό μιας ήττας.
The Nkondi figure from Angola once representing a ritually sealed agreement such as a divorce or a truce between warring factions, stands disgraced acknowledging its defeat.

Ένα hogon από το Μάλι, αγαλματίδιο με την υψηλότερη πνευματική εξουσία, σαστισμένο, δείχνει αποπροσανατολισμένο, αδυνατεί πλέον να γεφυρώσει τον κόσμο των ζωντανών με αυτό των προγόνων. Απλά εκθέματα σήμερα στις προθήκες ενός μουσείου αποδυναμωμένα, απογυμνωμένα από τις δυνάμεις τους – δίχως το χώμα που τα δημιούργησε, τον αέρα που τα έδωσε πνοή και το μύστη, μοιάζουν τα απολιθώματα μιας χαμένης εποχής, ενός χαμένου τόπου. Έργα – αριστουργήματα που μοιραία θα περάσουν στο πάνθεον της αιωνιότητας, αλλά χωρίς ψυχή. Αυτό είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν, να γίνουν τα σύμβολα της κατάθεσης όπλων σε μια συμφωνία ανακωχής επιβεβλημένης.
A Hogon from Mali, the highest spiritual authority, disoriented, incapable any more to bridge the current with the world of the ancestors. Exhibits of a museum, disempowered, deprived from their magic power, without the land that gave them birth, the air to give them breath and their loyals, they are just fossils, remains of another lost Atlantis. Pieces of masterpiece meant to enter eternity but completely soulless.. That’s the price they had to pay, being the symbols of an imposed truce.
Στις υπόλοιπες αίθουσες η Δύση θα γιορτάζει την υπεροχή της. Έργα από το Μεσαίωνα στην Αναγέννηση, από τη Χρυσή εποχή της Ολλανδίας και της Φλάνδρας, από το Μπαρόκ στο Ροκοκό, από τον Κλασικισμό στο Διαφωτισμό, από τον Ακαδημαϊσμό στην σύγχρονη Avant gardes του 20ου αιώνα. Μια Δύση που προβληματίζεται, συγκρούεται, τολμά, αποδομεί και ξαναχτίζει, λατρεύει, πενθεί, πολεμάει, καταστρέφει και αυτοκαταστρέφεται, ερωτεύεται…
In the rest rooms of the museum, Western celebrates its supremacy. An international art collection from the Middle Ages to the present day, a reflection of major movements in art history. Here the West ponders, dare, deconstruct and rebuilt, worship, mourn, fells in love…

Να, ο Ροντέν το 1909 θα ετοιμάσει για το μουσείο τον ‘Thinker’, γυμνή αναπαράσταση του Φλωρεντίνου ποιητή Δάντη σημειώνοντας «αργά, γόνιμες σκέψεις σχηματίζονται στο μυαλό του, δεν ονειρεύεται, δημιουργεί».
Here comes Rodin with his ‘Thinker’, the Florentine poet Dante ‘a naked man, crouched on a rock, on which his feet are clenched. His fist pressed against his teeth, he ponders. Slowly, fertile thoughts are formulated in his brain. He is not a dreamer, he is a creator’, the artist notes about his work.

Ο Alberto Martini στο σταυροδρόμι μεταξύ Συμβολισμού, Ιταλικής μεταφυσικής ζωγραφικής και Σουρεαλισμού ζωγραφίζει το πορτρέτο του εαυτού του με το δικό του black style, με μπόλικη επιρροή σουρεαλιστών φωτογράφων, ύπνωσης και μυστικισμού. Αν και φίλος των μεγάλων Σουρεαλιστών, απαρνιέται την ομάδα τους, θα επιλέξει την ανεξαρτησία του και τη μοναχικότητά του.
Alberto Martini at the crossroads of Symbolism, italian pintura metafísica and Surrealism paints his self portrait with his own ‘black style’, under the influence of surrealist photographers, hypnosis and clairvoyance. Though close friends with most of the Surrealist group, he refuses to join them, preferring independence and solitude.

Η καθισμένη γυναίκα του Henry Matisse στέκεται μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και ποζάρει, αλλά είναι το φως της Μεσογείου που κλέβει την παράσταση.
Henry Matisse’s seated woman stands in front of the open window and pose but its the Mediterranean light that steals the show.

Ο Octave Tassaert περιπαίζει τους πειρασμούς του Αγίου Αντωνίου και του μαθητή του Ηλαρίωνα, του ερημίτη από τη Γάζα που ίδρυσε τον παλαιστινιακό μοναχισμό. Άγνωστο εάν ο ζωγράφος ξύπνησε μένος θεϊκό ή οι ‘πειρασμοί ‘ ήταν οι δικοί του δαίμονες, πάντως κατέληξε στην αυτοχειρία
Octave Tassaert obsessed with the Flaubertian subject of the temptation of Saint Anthony paints his disciple Saint Hilarión, the anchorite from Gaza who founded Palestinian monasticism, and ends up committing suicide. …

Ο Eugene Isabel του ρομαντισμού και της τελειομανίας, που ονειρεύτηκε να γίνει ναύτης αφοσιώνεται στην αποτύπωση της θάλασσας σε όλες της τις διαθέσεις.
The perfectionist, romantic artist Eygene Isabey dreamed of becoming a sailor, instead he devoted himself to marine painting and painted the ocean in all its moods.

Ο Fernand Pelez με το χαμίνι του, συντονισμένος με τον κόσμο του Εμίλ Ζολά και του Τσαρλς Ντίκενς στρατεύει την τέχνη του υπέρ κοινωνικών ζητημάτων.
Fernandez Pelez with his Street Child comments on social issues in the same vein as that of Emile Zola and Charles Dickens.
Και οι πιο σύγχρονοι. Ο Mark Tansey του κόσμου της τέχνης και του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, όπως διαμορφώνεται στη μεταπολεμική Νέα Υόρκη, δίνει μια εκκεντρική θεώρηση της γεωπολιτικής ιστορίας και των κινημάτων της ιστορίας της τέχνης.
And the modern- day artists. Marc Tansey coming from the postwar New York art work, combines an eccentric view of geopolitical history with movements in art history.

Ο Jorg Immendorff μοναδική φιγούρα ανάμεσα στους Γερμανούς νέο εξπρεσιονιστές, συνδιάζει την ιστορία με αυτοβιογραφικά στοιχεία και μεταφορές για να μιλήσει για την κοινωνική, πολιτική και καλλιτεχνική κληρονομιά της μεταπολεμικής Γερμανίας.
Jorg Immerdorff, a unique figure among Germany’s Neo expressionists, investigates the complex nature of postwar Germany’s social, political and artistic inheritance.

Αφήνω πίσω μου το μουσείο, αναγνωρίζοντας τη φιλότιμη προσπάθεια που καταβάλεται να συμφιλιωθούν πολιτισμοί, καλλιτεχνικά ρεύματα, η ιστορία με την τέχνη, με μια πικρία που δεν θα μπορούσε να την εκφράσει καλύτερα παρά ο φίλτατος George Baselitz. Γεννημένος στην Ανατολική Γερμανία με συντηρητική εκπαίδευση, η οποία -ω! Τι έκπληξη!- έδωσε έναν καλλιτέχνη -προβοκάτορα του στυλ που έχει τάξει εαυτόν να προκαλεί κάθε καλλιτεχνική σύμβαση και όχι μόνο. Τυπικό της δουλειάς του να αναποδογυρίζει τις φιγούρες του- αυτό που λέμε τα πάνω κάτω- δεν την γλιτώνει ούτε ο κακομοίρης Immendorff, που λίγο πριν πέσει το τοίχος του Βερολίνου, τον αναποδογυρίζει στον καμβά του και τον αφήνει εκκρεμή ανάμεσα σε δύο καθεδρικούς, τις ιδεολογίες της Δύσης και της Ανατολής, προμηνύοντας ένα κόσμο που πηγαίνει …κατά διαόλου …
I leave behind the museum with a feeling of respect towards that dutiful effort to reconcile civilisations, artistic movements, history and art together, with a bitter feeling that my beloved George Baselitz has already aptly depicted. Born in East Germany, he was given a conservative training that paradoxically determined his provocative style, which challenges every artistic convention. Typical of his work, the overturning of the image, just a couple of years before the unification of Germany, paints poor Jorg Immendorff upside down hanging between two cathedrals, the ideologies of the West and the East, auguring a world that is going wrong…

Έξω στο δρόμο δεν φαίνεται να συμμερίζονται τις προφητείες του Baselitz. Σε ένα τοπίο που εναλλάσσεται με υπερσύγχρονους ουρανοξύστες και γειτονιές με χαμηλή δόμηση, άνθρωποι και αυτοκίνητα κινούνται με χαλαρούς ρυθμούς. Μια σύγχρονη πόλη απλωμένη γενναιόδωρα, ξέρει να εκτιμά τον κοινόχρηστο χώρο, δεν φείδεται πάρκων και χαίρεται εξίσου βουνό και την επαφή με το υγρό στοιχείο. Μέσα στο αυτοκίνητο πηγαίνοντας για το προγραμματισμένο food tour ο Bryan ‘subhuman’, άνθρωπος των προαστίων της περιοχής της NY θα σχολιάσει για το Μόντρεαλ ‘είναι κάτι μεταξύ NYC και Βοστόνης’ για να συμπληρώσει η Gylian ,που μοιράζεται τη ζωή της μεταξύ Montreal και North Carolina, ‘..ναι, με πολύ καλύτερους ανθρώπους’…Από τα παραπάνω έχω άποψη μόνο για τη NYC, κρατώ τα υπόλοιπα ως υπόθεση προς διερεύνηση στο μέλλον…
Back on the streets Baselitz’s prophecies seem to have no impact. Colourful neighbourhoods alternates with skyscrapers that must not be taller than Mount Royal. Even though is a vibrant and dynamic metropolis is charming, multifaceted and easy going. You can walk along the cobblestone streets of old Montreal, view the entire city from the observation wheel, the famous La Grande Roue de Montreal, taste regional products in Jean -Talon public market, located in the heart of Little Italy or discover the underground city, a vast network of pedestrian walkways below the street level that connects offices, shopping malls, trains, restaurants etc. Parc Jean -Drapeau is a park on two islands where festivals take place, while the Village is considered the biggest LGBTQ+ community in North America.






Περπατώ προς το παλιό λιμάνι, έργα παντού, μια πόλη υπό κατασκευή. Όταν το σχολιάζω στην Gylian θα μου πει ότι έπειτα από τη μαζική φυγή των αγγλόφωνων ως απάντηση στις κινήσεις ανεξαρτητοποίησης της επαρχίας του Κεμπέκ και τον επακόλουθο οικονομικό μαρασμό, η πόλη παίρνει και πάλι τα πάνω της σε μια προσπάθεια ανάκαμψης. Στην ιστορική περιοχή της πόλης Ασιάτες τουρίστες αποθανατίζονται, με φόντο τη Μεγάλη ρόδα της πόλης και τη Βασιλική της Παναγίας. Πάρκα κατά μήκος του ποταμού, ποδηλατόδρομοι, το πάρκο Jean Drapeau, ένα πάρκο ουσιαστικά σε δυο νησάκια- χώρος διεξαγωγής φεστιβάλ, που τόσο αγαπούν οι κάτοικοι. Η γειτονιά the Village, η μεγαλύτερη κοινότητα LGBTQ+ στη Βόρεια Αμερική, η Μικρή Ιταλία με τους δενδρόφυτους δρόμους, τα μικρά χαλαρά καφέ και φυσικά την πλούσια ανοιχτή δημοτική αγορά…




Εκεί στην ανοιχτή αγορά Jean Talon είναι το ραντεβού με την ξεναγό μας στις τοπικές γεύσεις της περιοχής . Η Abril ή April Μεξικανή στην καταγωγή, που μοιράζει τη ζωή της μεταξύ Μόντρεαλ και Μέξικο Σίτυ, είναι η ιέρεια που θα μας μυήσει στα γευσιγνωστικά μυστικά. Ξεκινά η περιήγηση με γεύση Ρουμάνικη -βαλκανική και σε μένα οικεία για να συνεχίσουμε με αγαπημένα ιταλικά εδέσματα, επίσης αγαπημένα και οικεία μεσογειακά. Μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, σούπερ μάρκετ με ιταλικά προϊόντα και street food που μυρίζει σπιτικό φαί. Αίσθηση Ευρώπης στην Αμερικανική Ήπειρο. Το κλείσιμο οφείλω να ομολογήσω ότι ήταν αμερικάνικο: επιχείρηση μινιόν ενός νεαρού ζευγαριού Καναδών που έπειτα από ένα οδοιπορικό στην αμερικανική ήπειρο με το βαν τους και μπόλικο πειραματισμό σε γεύσεις, αποφάσισαν να ανοίξουν το δικό τους ντόνατς σποτ και ομολογουμένως κέρδισαν τις εντυπώσεις της παρέας, που εδώ που τα λέμε- ως αμερικανοί- οι γευστικοί τους κάλυκες ξέρουν καλύτερα να εκτιμήσουν το προϊόν.




Σε 2.5 ώρες από το Μόντρεαλ η πόλη του Κεμπέκ, γενέτειρα της γαλλόφωνης Βόρειας Αμερικής θα σε μαγέψει, κατά τον ίδιο τρόπο που μάγεψε τον Samuel de Champlain το 1608, που αν και δεν ήταν ο πρώτος ευρωπαίος Γάλλος που πάτησε το πόδι του στην περιοχή, ήταν αυτός που την επέλεξε ως την πρώτη μόνιμη βάση, εφόσον του επέτρεπε πρόσβαση στο εσωτερικό της βόρειας Αμερικής και τον απόλυτο έλεγχο του επικερδούς εμπορίου γούνας. Έλα όμως που αυτό το πλεονέκτημα το λαχτάρησαν και οι Βρετανοί και εδώ ξεκινάει και πάλι το αιματηρό παιχνίδι του ‘ποιανού είναι το παιδί’, αφήνοντας πάντα εκτός παιχνιδιού τους αυτόχθονες που για αυτούς τους εναπομείναντες έχει εξασφαλιστεί μόνιμη περίοπτη θέση στα μουσεία αρχαιολογικά, εθνογραφικά κ.ά. Με την ίδια υποβόσκουσα ένταση να υφέρπει μέχρι και σήμερα μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων και να μεταφράζεται συχνά πυκνά σε νομοθεσίες, που καθορίζουν πινακίδες, αντιπροσώπευση σε δημόσιες υπηρεσίες και σχολεία, η πόλη χαίρει τον τίτλο του μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς της Ουνέσκο και περηφανεύεται για τους τουρίστες που συρρέουν για να περιδιαβούν τα σοκάκια, να απολαύσουν τα μικρά μπιστρό, να χαζέψουν τις γκαλερί, τα μαύρα σκιουράκια στα πάρκα, να φωτογραφηθούν μπροστά από το Château Frontenac και τα τείχη …Ναι, εδώ ξεχνάς ότι βρίσκεσαι στην αμερικανική ήπειρο και νιώθεις ότι τηλεμεταφέρθηκες κάπου στη γαλλική επαρχία, μέχρι να πέσεις πάνω σε κολοκύθες και σκιαχτικά σκηνικά Χάλοουίν που σε προσγειώνουν απότομα, αν και τελευταία το αντιαισθητικό αυτό προϊόν αμερικανικής κουλτούρας εισβάλει απειλητικά στην ευρωπαϊκή ήπειρο και στις συνήθειές της…
Two and a half hours driving from Montreal -with your own car, by bus you just never know when you’ll get to your destination due to a horrible traffic- is the city of Quebec. Be ready to get seduced by the birthplace of the francophone North America, same way as Samuel de Champlain was fascinated on 1608 and even though he wasn’t the first European French who stepped on the area, he was the one with the brilliant idea of a permanent base less out of romanticism more for the sake of the lucrative fur trade. And guess what, same advantage of controlling the interior of North America covet the British, leading to the same ‘bra – de – fer’ story that repeatedly leaves out of the game the Native Nations in a ‘secret agreement’ to give them ground only to the forthcoming museums archeological, ethnographic etc… The francophone – anglophone conflict is today translated into legislation that regulates the language on documents, products, public communications and the percentage of anglophones in businesses, schools, public sector etc… Beyond the apparent or hidden tension, the city boasts as UNESCO World Heritage Site and unique fortified city in North America. Visitors overrun the cobblestone narrow streets, the cozy bistros, the galleries, the parks with the black squirrels, pose in front of the Chateau Frontenac and the grandiose St Lawrence river… the more you surrender to its charming the more you feel as a victim of teleportation and you tend to forget that you are in the North American continent, till of course you stumble on a Halloween pumpkin and get back to the American reality…












Τελευταία βραδιά πίσω στο ξενοδοχείο στο Μόντρεαλ, εκεί στο δωμάτιο στο 10ο όροφο στέκομαι μπροστά από την τεράστια τζαμαρία και ατενίζω τα φώτα από τους απέναντι ουρανοξύστες, Αναρωτιέμαι εάν είμαι και ‘γώ ανθρωποειδές στο Bladerunner και θα έρθει να με μαζέψει ο Χάρισον Φορντ ή έχει γίνει και αυτός ανθρωποειδές και ποιος να μαζέψει ποιον… Το πρωί εκεί στο 10ο όροφο στο ξενοδοχείο, σε αυτό το σκηνικό από το μέλλον, θα δω τον επιστάτη να ταΐζει πάπιες σε ένα αίθριο μικρογραφία πάρκου με λίμνες και ρυάκια… Να, είναι αυτές οι εκπλήξεις που με κρατάνε ζωντανή και η περιέργεια του να βιώσω την επόμενη …
Back to Montreal for our last night in the country, we stay in a hotel located on the 10th floor of a skyscraper. From the room’s window i look the lights coming from the surrounding skyscrapers, wondering if i am in Blade runner’s cast, another synthetic humanoid, a replicant waiting for Harrison Ford to execute me … Or did he eventually turned to a replicant as well ? Next morning there was a surprise waiting for me: inside the hotel located on 10th floor a tiny paradise of stunning gardens and streams with ducks floating on the water!



Φεύγω μαγεμένη από τις φθινοπωρινές αποχρώσεις των σφενδαμόδεντρων, που δεν χορταίνω να κοιτώ. Eκεί πίσω στο δάσος του Mount Royal, η Mrs Newton, η μυστηριώδης αντισυμβατική μονογονέας νόθων τέκνων και πρόωρα αδικοχαμένη, ποζάρει και πάλι για τον αγαπημένο της ζωγράφο James Tissot. Μούσα του ζωγράφου και του Οκτωβρίου παντοτινή, τα σφενδαμόδενδρα θα αναβιώνουν και θα γιορτάζουν τον έρωτα αυτό μεταξύ ενός ζωγράφου, μίας μούσας και των πεσμένων φύλλων του Οκτώβρη.
I leave the country totally captured by the amazing blaze of autumn colour, the maple trees, the nature’s breath taking palette. Somewhere there in the forest of Mount Royal, among the maple trees Ms Newton, the beautiful divorcee, the mother of two illegitimate children, that died young of tuberculosis, poses once again for her love the painter James Tissot. Her loss left him devastated but i bet that every October the maple trees revive and celebrate their love and their perfect and eternal match together: the muse, the painter and October vibes…

October, 1877 James Tissot
